Tα ελληνικά βουβάλια - Ένας κρυμμένος ελληνικός θησαυρός

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 21, 2016

Μπορεί οι ίδιοι να το χαρακτηρίζουν ως το “πονηρότερο ζώο" στο οικοσύστημα και να έχουν επανειλημμένως ξεγελαστεί από τα τερτίπια του, αλλά την ίδια στιγμή, και παρά τα προβλήματα και τις ανησυχίες τους, οι Έλληνες εκτροφείς βουβαλιών εξακολουθούν να πιστεύουν ακράδαντα στα πολλαπλά οφέλη της βουβαλοτροφίας. 

Tα προϊόντα του βουβαλιού (γάλα και κρέας) γίνονται "ανάρπαστα" εντός και εκτός ελληνικών συνόρων, προσφέροντας ικανοποιητικό εισόδημα στους εκτροφείς, αλλά ο κλάδος χρειάζεται στήριξη προκειμένου να συνεχίσει να αναπτύσσεται. Μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρόεδρος του Κτηνοτροφικού Συνεταιρισμού Βουβαλοτρόφων Ελλάδας (του μοναδικού στη χώρα), Τρύφων Γεντσίδης, επισήμανε ότι ναι μεν ο κλάδος παραμένει δυναμικός με τεράστιες προοπτικές -κυρίως στους τομείς των μεταποίησης και εμπορίας προϊόντων, που εξακολουθούν να βρίσκονται σε εμβρυακό στάδιο- αλλά αν δεν διασφαλιστεί η βιωσιμότητά του, τότε θα οδηγηθεί εκ νέου σε συρρίκνωση.

Τα χρόνια προβλήματα που ζητούν λύσεις
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Συνεταιρισμού, ο οποίος εδρεύει στο Νέο Πετρίτσι Σερρών, τα βασικά μελανά σημεία της βουβαλοτροφίας και οι απειλές για το μέλλον του κλάδου είναι, μεταξύ άλλων, οι ανεπαρκείς βοσκότοποι, η έλλειψη καλλιεργήσιμων εκτάσεων για ζωοτροφές και η σημαντική καθυστέρηση στην καταβολή των ενισχύσεων σε κτηνοτρόφους αυτόχθονων φυλών ζώων, καθώς και των ενισχύσεων για βιολογικά προϊόντα.

“Έχουμε να παίρνουμε αρκετά εκατομμύρια ευρώ από το πρόγραμμα αυτόχθονων φυλών” επισήμανε ο ίδιος, προσθέτοντας ότι το ελληνικό βουβάλι ή νεροβούβαλος επιδοτείται με ποσά που κυμαίνονται ανάμεσα στα 170 και τα 315 ευρώ ανά ζώο για τη διατήρησή του και την κατά 30% ετήσια αύξησή του, οπότε χάρη σε αυτά τα κεφάλαια το κόστος επένδυσης μειώνεται για έναν νεοεισερχόμενο στο χώρο. Στον δε παλαιότερο δίνει τη δυνατότητα να κάνει έργα υποδομών, που θα τον βοηθήσουν να αξιοποιήσει το προϊόν του. Ωστόσο, αγκάθι αποτελεί το γεγονός ότι σημειώνονται μεγάλεος καθυστερήσεις στην καταβολή των επιδοτήσεων.

Ο αριθμός των βουβαλιών είναι σχετικά εύκολο να αυξηθεί, εξήγησε ο ίδιος, προσθέτοντας “αρκεί να το επιτρέπει ο χώρος”. Και ακριβώς εδώ έγκειται το μεγαλύτερο πρόβλημα των βουβαλοτρόφων. Το θέμα με τις εκχερσώσεις, προκειμένου να δοθεί γη στους ακτήμονες, στερεί το φυσικό περιβάλλον των βουβαλιών που βόσκουν ελεύθερα σε παραλίμνιες περιοχές, και φυσικά και τη βοσκή τους.

'Οπως εξήγησε ο κ. Γεντσίδης, η κατάσταση επιδεινώνεται από το 1980. Στη δεκαετία του '70 ο υγρότοπος ήταν πλούσιος και υπήρχε άφθονη τροφή για τα ζώα. Το 1982 στήθηκε το φράγμα και τα νερά υψώθηκαν στα 4,5 μέτρα, καλύπτοντας τον υγρότοπο και εξαφανίζοντας τη βοσκή.

Οι βουβαλοτρόφοι στη λίμνη Κερκίνης αναγκάζονται να καλλιεργήσουν καλαμπόκι και να βγάλουν άχυρο για να τραφούν τα ζώα, κάτι που αυξάνει το κόστος εκμετάλλευσης και περιορίζει σημαντικά τα κέρδη. Ακόμη ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι βουβαλοτρόφοι είναι, σύμφωνα με τον κ. Γεντσίδη, αυτό των σταβλικών εγκαταστάσεων.

Η ιστορία της βουβαλοτροφίας από το 1952 έως σήμερα
Το 1952 εκτρέφονταν μόνο στη Μακεδονία και τη Θράκη περίπου 71.000 βούβαλοι. Το 2004 ο αριθμός τους υποχώρησε σε 1.012, ενώ σήμερα δεν ξεπερνούν τα 4.000. 'Οπως μας είπε ο κ. Γεντσίδης, «όταν κάποιος αγοράσει το κοπάδι, τα ζώα θα πρέπει να είναι ενός έτους. Στον επόμενο χρόνο αυτά θα ζευγαρώσουν και θα γεννήσουν. Για πέντε μήνες παράγουν γάλα. Οι ποσότητες ανά θηλυκό είναι 40 με 50 κιλά. Η τιμή του γάλακτος κυμαίνεται στα 1,20-1,30 ευρώ/κιλό. Επίσης στο δεύτερο έτος θα μπορεί και να σφάξει. Το κάθε ζώο βγάζει γύρω στα 200 με 230 κιλά κρέας. Η τιμή του είναι κοντά στα 4,5 ευρώ/κιλό. Και στο ένα έτος της ηλικίας του μπορεί να σφάξει και το κρέας θα είναι στα 120 κιλά», μας εξήγησε. Ο ίδιος επισήμανε ότι «πάνω-κάτω, ο κτηνοτρόφος θα μπορεί να έχει στον δεύτερο χρόνο ένα εισόδημα 20.000 ευρώ».



Υπογράμμισε δε ότι αυτό που πρέπει να κάνει κάποιος που θέλει σοβαρά να ασχοληθεί με τη βουβαλοτροφία, είναι να βρει κατάλληλο μέρος για να τα διαχειριστεί, δηλαδή υγρότοπους, βαλτώδη μέρη και πρόσθεσε “μπορεί να ξεκινήσει μ’ ένα μικρό κοπάδι. Για παράδειγμα με 20 ζώα. Το κάθε ζώο στοιχίζει 700 ευρώ. Το μυστικό για τα βουβάλια είναι πως θα πρέπει να τα αφήνεις εκείνα να σε καθοδηγούν. Ετσι λειτουργεί το ένστικτό τους».

Πάντως, ο ίδιος μας τόνισε ότι “αν ανοίξει κάποιος ένα κατάστημα πώλησης, π.χ. μπουγάτσας και παγωτού, με τα προϊόντα που θα παράγονται να είναι από το βουβαλίσιο γάλα, τότε θα έχει περισσότερο κέρδος και καθαρά δικό του». Μιλώντας για τα σχέδιά του, ο κ. Γεντσίδης εκμυστηρεύτηκε ότι στόχος του παραμένει να καταστήσει επισκέψιμη τη μονάδα του στα Χρυσοχώραφα Σερρών, δυναμικότητας περίπου 400 ζώων, αλλά και να δημιουργήσει ένα τυροκομείο. “Τα έχω όλα σχεδόν έτοιμα στα χαρτιά, μου λείπουν τα κονδύλια για να προχωρήσω”, μας επισήμανε. Τονίζεται ότι ο Κτηνοτροφικός Συνεταιρισμός Βουβαλοτρόφων στην Ελλάδα ιδρύθηκε το 2004 και σήμερα αριθμεί 27 μέλη σε διάφορα μέρη στα Βόρεια της χώρας.

Υπογραμμίζεται ότι σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, το ελληνικό βουβάλι έχει εισαχθεί από την Ασία. Η πρώτη εμφάνιση μεγάλων πληθυσμών στη χώρα τοποθετείται τον 13Ο αιώνα. Παγκοσμίως ο αριθμός των βουβαλιών υπολογίζεται στα 220 με 360 εκατομμύρια. Τα τελευταία τριάντα χρόνια παρουσιάζει μια σταθερή αύξηση 15%-28%, με το 95% του πληθυσμού τους να βρίσκεται στην Ινδία.

Υψηλή η διατροφική αξία των βουβαλίσιου γάλακτος και κρέατος 
“Μιλάµε για κρέας υψηλής διατροφικής αξίας, αφού τα 100 γρ. βουβαλίσιου έχουν µόλις 130 θερµίδες, όταν η αντίστοιχη ποσότητα του βοδινού έχει 260-300 θερµίδες, του αρνιού 241 και της γαλοπούλας 323, ενώ ο σίδηρός του είναι στο 2-3% όταν στο µοσχάρι φτάνει µόλις στο 0,3%”, υπογράμμισε ο κ. Γεντσίδης. Όσο για το βουβαλίσιο γάλα, περιέχει 58% περισσότερο ασβέστιο και 40% περισσότερες πρωτεΐνες από το αγελαδινό και το κατσικίσιο. Οπως διευκρίνισε, το γάλα του βουβαλιού έχει ευεργετικές συνέπειες για τον οργανισμό, ενώ προσφέρεται για όσους έχουν αλλεργίες, ψωρίαση, εκζέματα ή δυσανεξία στη λακτόζη. Συνιστάται ως τροφή και για τους αδύναμους ή τους ασθενείς. Περιέχει λιγότερο νερό, περισσότερα ολικά στερεά, λίπος και πρωτεΐνη και ελάχιστα περισσότερη λακτόζη από το γάλα αγελάδας. Έχει χαμηλότερα επίπεδα χοληστερόλης και υψηλότερα ασβεστίου, μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε σίδηρο, φώσφορο, βιταμίνη Α και πρωτεΐνες. Η αντιοξειδωτική του δράση είναι μεγαλύτερη από άλλα είδη γάλακτος και περιέχει περισσότερες βιταμίνες, όπως θειαμίνη, ριβοφλαβίνη και Β12.

Κοινοποίηση

Δείτε επίσης