ΦΕΞ: Εισαγωγικό σεμινάριο για το λαϊκό παραμύθι και τη συμβολική του προσέγγιση

Τετάρτη, Νοεμβρίου 16, 2016

Με 24 γράμματα και όχι μόνο

Σάββατο 19  Νοεμβρίου 2016  -  Λαογραφικό - Ιστορικό Μουσείο Ξάνθης
[19.00] «Το λαϊκό παραμύθι: ένα μέσο αυτονομίας και ενηλικίωσης». 
Με την Λίλη Λαμπρέλλη, συγγραφέα, αφηγήτρια παραμυθιών

Κυριακή 20  Νοεμβρίου 2016  - ΣΠΙΤΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΦΕΞ
[11.00] «Εισαγωγικό σεμινάριο για το λαϊκό παραμύθι και τη συμβολική του προσέγγιση»
Με την Λίλη Λαμπρέλλη, συγγραφέα, αφηγήτρια παραμυθιών. 
Πληροφορίες συμμετοχές στο τηλ. 25410 72363 – 6978556997 Δήμητρα Πυργελή.
  
Λίλη Λαμπρέλλη, συγγραφέας, αφηγήτρια παραμυθιών
Γιατί λέω παραμύθια
Γιατί άραγε οι παραμυθάδες νιώθουμε την ανάγκη να λέμε παραμύθια – αυτόν τον φαινομενικά ανώδυνο λόγο που όμως έχει τη δύναμη να (μας) μεγαλώνει;

Σίγουρα όχι για να εκφραστούμε καλλιτεχνικά – αν αυτός είναι ο στόχος μας, θα πρέπει να καταπιαστούμε με κάτι άλλο. Ούτε λέμε παραμύθια για να «κλέψουμε» μια εφήμερη θέση στο κέντρο του λόγου, έχοντας πιάσει ομήρους τους γύρω μας για όση ώρα διαρκεί η αφήγηση – αυτό μπορούμε να το επιχειρήσουμε με χίλιους άλλους (συνήθως πιο εύκολους) τρόπους. Τότε, γιατί;

Οι απαντήσεις σ’ αυτό το ερώτημα είναι άπειρες – όσοι κι οι παραμυθάδες. Σας δίνω την ωραιότερη (για μένα), που έρχεται από τον Γάλλο παραμυθά Μισέλ Ίντενοκ κι έχει να κάνει με μια παλιά παράδοση των κυνηγών από τα μέρη του, τον Μέλανα Δρυμό:

Στα παλιά χρόνια, οι κυνηγοί στο μαύρο δάσος, όταν σημάδευαν ένα ζώο, προσπαθούσαν να το κάνουν χωρίς να βρεθούν πρόσωπο με πρόσωπο με το θήραμά τους, γιατί έλεγαν πως αν αντίκριζαν το βλέμμα του λίγο πριν το σκοτώσουν, τότε το πνεύμα του που ήταν γεμάτο θάνατο τους μαύριζε το αίμα. Αν γινόταν αυτό, ο κυνηγός γυρνούσε μόνος στο χωριό, απομονωνόταν για μέρες, δεν έτρωγε, δεν έπινε και δεν μιλούσε σε κανέναν ώσπου να νιώσει μέσα του πως ήλθε η ώρα ν’ αφηγηθεί αυτή την ιστορία. Λέγοντας στους άλλους τι ακριβώς έγινε σ’ εκείνο το κυνήγι κι αντίκρισε το βλέμμα του ζώου που σκότωσε, καθάριζε το αίμα του.

Λέω παραμύθια για να καθαρίσω το μαύρο μου αίμα.
Όλοι οι παραμυθάδες το ξέρουμε καλά πως τα παραμύθια –και πάνω απ’ όλα τα μαγικά παραμύθια– μας καθαρίζουνε το αίμα, που πάει να πει πως είναι απελευθερωτικά. Όσο κι αν κάποιες φορές, με μια πρώτη ματιά, μοιάζουν παθητικοί οι ήρωές τους, πάντα έρχεται η στιγμή ν’ αντικρίσουν το βλέμμα του αγριμιού που είναι λουσμένο θάνατο, πάντα μαυρίζει το αίμα τους και πάντα στο τέλος, αποδεχόμενοι τη θνητότητα, μετακινούνται προς τη ζωή και το αίμα τους καθαρίζει.

Όσο για μένα, βρήκα τη δικιά μου απάντηση στο «γιατί λέω παραμύθια» πριν από κάμποσα χρόνια, μια μέρα που έβλεπα στην τηλεόραση ένα ντοκιμαντέρ για δεινόσαυρους. Επιστήμονες συζητούσαν για ένα απολίθωμα αυτού του παράξενου ζώου που είχε ίχνη φτερών και δεν ήξεραν αν ήταν ένα είδος που είχε πετάξει στο παρελθόν και βρισκόταν σε ένα στάδιο εξέλιξης όπου χάνονταν τα φτερά του ή το αντίθετο, αν επρόκειτο να πετάξει στο μέλλον. Εκείνη τη στιγμή, μπροστά στην ανοιχτή τηλεόραση, ψαχούλεψα την πλάτη μου, εκεί ανάμεσα στους ώμους, κι ένιωσα πως είχα τέτοια χνάρια. Έξαφνα, γεννήθηκε μέσα μου η ιδέα ότι αυτό είναι ο παραμυθάς: ένα πλάσμα που ξέρει πως έχει χνάρια από φτερά. Άραγε να πετούσε κάποτε και με τις αφηγήσεις του θέλει να ιστορήσει μνήμες τ’ ουρανού ή ετοιμάζεται να πετάξει και μιλάει ακατάπαυστα γι’ αυτό, για να πάρει κουράγιο, επειδή δεν το αποφάσισε ακόμα;

Κοινοποίηση

Δείτε επίσης