Header Ads

novamed

"Το χρέος" παρουσιάζεται στην Ξάνθη - Θα γίνει ταινία για την Ποντιακή Γενοκτονία


Ο Σύλλογος Ποντίων Ν. Ξάνθης σας προσκαλεί, την Δευτέρα 3 Απριλίου 2017 και ώρα 19:30 στην αίθουσα εκδηλώσεων του Συλλόγου (παρ. Θερμοπυλών 8), στην παρουσίαση του βιβλίου «ΤΟ  ΧΡΕΟΣ», εκδόσεις  «Αφοι Κυριακίδη»,  της συγγραφέως  και φιλολόγου Γιώτας Τσαρμποπούλου.

Το βιβλίο πρόκειται γίνει κινηματογραφική ταινία για την Ποντιακή Γενοκτονία και όλους τους διωγμούς και τους αγώνες  καθώς και τις ανατροπές ζωής των Ποντίων, από την Γενοκτονία ως σήμερα.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο εκπαιδευτικός Νίκος Θεοδοσιάδης  και η συγγραφέας ενώ μέλη του Συλλόγου θα διαβάσουν αποσπάσματα. Συμμετέχει και η χορωδία του Συλλόγου.


ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΚΑΙ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΔΙΩΓΜΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ ΖΩΗΣ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΕΝΟΚΤΡΟΝΙΑ, ΩΣ ΣΗΜΕΡΑ.

Η Ελένη, είναι ένα δεκάχρονο κορίτσι ποντιακής οικογένειας, που έρχεται στην Ελλάδα το 1991, μετά την περεστρόικα, με την οικογένειά της κουβαλώντας ένα εθνικό χρέος τριών-τεσσάρων γενεών, στις πλάτες της.
  
Το διδάχθηκε μέρα με τη μέρα από τους Πόντιους παππούδες και τις γιαγιάδες
που την μεγάλωσαν, στα βάθη της Σοβιετικής Ένωσης, στην μακρινή Τασκένδη, στο Ουζμπεκιστάν.
  
Έζησε μέσα από τα λόγια και τις διηγήσεις των μεγάλων, τους διωγμούς του ποντιακού ελληνισμού. Έμαθε όλα τα βράδια των αφηγήσεων λεπτομέρειες της ποντιακής γενοκτονίας από το πογκρόμ του Κεμάλ Ατατούρκ, εναντίον των Ελλήνων του Πόντου, τη σκληρότητα των διωγμών, τους άταφους νεκρούς που άφησαν πίσω, την αγωνία της επιβίωσης των Ποντίων, που αγριεμένοι πάσχιζαν να επιβιώσουν, κρατώντας τα μικρά παιδιά στην αγκαλιά τους.
  
Έμαθε πώς κατάφεραν οι πρόγονοί της να περάσουν, να ριζώσουν και να ξεκινήσουν πάλι από την αρχή, στα παράλια του ρωσικού Πόντου, όπου επί χρόνια έζησαν χτίζοντας τη ζωή από την αρχή, ώσπου άρχισε ο νέος διωγμός του Στάλιν, κατά των Ποντίων, που δεν τους ήθελε στα παράλια. Έτσι,
αποφάσισε να τους εκδιώξει με σκληρό τρόπο, εξορίζοντας χιλιάδες Πόντιους, προς τα βάθη της ασιατικής Σοβιετικής Ένωσης. Μια εξορία δυσβάσταχτη, με σκοπό να τους κάνει να αλλοτριωθούν. Ο Στάλιν άλλους τους εξόρισε στη Σιβηρία κι άλλους τους έστειλε στο Ουζμπεκιστάν και το Καζακστάν, κατά χιλιάδες, για να συμπληρώσουν το πληθυσμιακό παζλ της τότε Σοβιετικής
Ένωσης.
  
Η Ελένη άκουσε πολλές φορές τον παππού Όμηρο να διηγείται: «Μας έβαλαν σε ένα τρένο και μας τριγύριζαν πολλές μέρες, λέγοντάς μας ότι μας πηγαίνουν στην Ελλάδα. Μα, εκείνοι μας οδήγησαν στο Καζακστάν και το Ουζμπεκιστάν! Και.. ήμασταν πολλοί, εκατοντάδες, χιλιάδες, παιδιά μου…»
  
Η μικρή Ελένη όμως, ζει την τρίτη ανατροπή της ζωής των Ποντίων, όπου στα δέκα της χρόνια φθάνει στη Θεσσαλονίκη, με την οικογένειά της, διωγμένη από τους ντόπιους κατοίκους του Ουζμπεκιστάν, που μαζί με τους κατοίκους του Καζακστάν, διώχνουν τους Έλληνες Πόντιους, αλλά και όλους τους άλλους λαούς, από τις χώρες τους, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης.
  
Έρχονται στην Ελλάδα, χωρίς να τους επιτρέπουν να πάρουν χρήματα μαζί τους, από την πώληση των σπιτιών τους στην Σοβιετική Ένωση και τους υποχρεώνουν να αγοράσουν σε είδος και να ξοδέψουν όλα τα χρήματά τους,  πριν αναχωρήσουν για την Ελλάδα.

Η επιβίωση των παλιννοστούντων στις αρχές της δεκαετίας του ’90 είναι δραματική. Έρχονται κατά χιλιάδες και εξαπλώνονται σε όλη την ελληνική επικράτεια. Ζουν σε συνθήκες σκληρής προσφυγιάς, για πολλά χρόνια, κάνοντας οποιαδήποτε δουλειά, με πολλά κοινωνικά προβλήματα, ώσπου να
καταφέρουν να ενταχθούν, να τακτοποιηθούν, να επιβιώσουν. Όμως, η ένταξη στην νεοελληνική πραγματικότητα είναι ένας αληθινός άθλος, μια ιστορία για γερά στομάχια…! Η Ελένη μιλάει την ποντιακή γλώσσα που διδάχθηκε μέσα στην οικογένειά της και την ρωσική, που διδάχθηκε στο σχολείο της Τασκένδης, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε. Ξέρει τώρα πια, πως πρέπει εναρμονιστεί με τη νέα χώρα, να αφομοιώσει ένα καινούριο δυτικό πολιτισμό, να επιβιώσει αντιμετωπίζοντας άπειρες προκλήσεις, μεγάλο ρατσισμό και περιθωριοποίηση.
  
Με πείσμα, μεγάλο αγώνα και απίστευτη θέληση πασχίζει να κάνει φίλους, να αφομοιώσει τη νεοελληνική γλώσσα, τη γραμματική και τη λογοτεχνία, ενώ ταυτόχρονα εργάζεται, από μικρό παιδί, για να συνεισφέρει στην οικονομία της οικογένειας. Οι δάσκαλοι και οι καθηγητές της  ναγνωρίζουν τον φιλότιμο αγώνα της, την ακούραστη προσπάθειά της, την αποδέχονται, την επιβραβεύουν και μόνη της αποφασίζει πως για να διακριθεί πρέπει να γίνει άριστη σε όλα! Έτσι πετυχαίνει το θαύμα!
  
Ξεπερνά όλους όσους την υποτίμησαν, τις άγριες ρατσιστικές προκλήσεις τους, την εικόνα της πόρνης που πολλοί προσπαθούν να της προσάψουν, καθώς την επιθυμούν ερωτικά. Ξεπερνά και όλους αυτούς που τη χρησιμοποίησαν με όπλα τη γνώση, την επιστημονική κατάρτιση, το
συναίσθημα, την ανωτερότητα της σκέψης της. 
  
Καταφέρνει με πολύ κόπο και εφηβική εργασία καθώς και τη στήριξη ενός μεγάλου έρωτα της ζωής της να εισαχθεί στην ιατρική σχολή της Αλεξανδρούπολης. Ταξιδεύει από Αλεξανδρούπολη στη Θεσσαλονίκη κάθε σαββατοκύριακο για να εργαστεί στις λαϊκές αγορές της Θεσσαλονίκης, ενώ
ταυτόχρονα εργάζεται τις καθημερινές και στην Αλεξανδρούπολη, χωρίς ποτέ να αποτυγχάνει στα μαθήματα της σχολής της, έχοντας μεθοδεύσει τη μελέτη σε καθημερινή βάση.
  
Πορεύεται σε μια δύσκολη, μα αισιόδοξη και επιτυχημένη πορεία, αφού καταφέρνει με πολύ πόνο να διαγράψει τον μεγάλο, δυνατό έρωτα της ζωής της, μετά από τις πολλές προσβολές της  οικογένειάς του, για την καταγωγή της.
  
Το πτυχίο της ιατρικής έρχεται μαζί με τη γέννηση κόρη της, ένα όμορφο παιδί, καρπός του μεγάλου έρωτά της, που αρνιέται να το ξεριζώσει από τα σπλάχνα της, αποφασίζοντας να το μεγαλώσει μόνη της και ολοκληρώνει τον στόχο της ζωής της. Συνεχίζει τον αγώνα της επιβίωσης ως αγροτική γιατρός και ανύπαντρη μητέρα, αλλά η ζωή της αρχίζει πλέον να βελτιώνεται αρκετά. 
  
Έρχονται όμως για την Ελλάδα χρόνια δίσεκτα… Η οικονομική κρίση έρχεται να δημιουργήσει την τέταρτη ανατροπή ζωής των Ποντίων. Οι συντάξεις των γερόντων Ποντίων κόβονται και ο παππούς Όμηρος σέρνεται στα 89 του χρόνια εκλιπαρώντας τον ΟΓΑ για τη σύνταξη και τα φάρμακά του. Ο Πόντιος παππούς, γιος αντάρτη του Πόντου, πεθαίνει, αυτός που έζησε όλες τις περιπέτειες και τους διωγμούς του ποντιακού ελληνισμού, με τον καημό της σύνταξης που κόπηκε.
  
Η οικονομική κρίση της Ελλάδας δημιουργεί μια τέταρτη ανατροπή στους νέους Πόντιους που τους αφήνει άνεργους, αλλά και όλους τους Έλληνες επιστήμονες, που ψάχνουν να βρουν τρόπο φυγής από τη χώρα για την επαγγελματική τους αξιοπρέπεια.
  
Έτσι, η Ελένη μεταναστεύει στο Λονδίνο, μαζί με την κόρη της Λυδία, για να πάρει την ιατρική της ειδικότητα σε νοσοκομείο της Βρετανίας, δίνοντας τον μεγάλο αγώνα της επιστημονικής κατάρτισης, αλλά και της μητρότητας. Τα καλοκαίρια έρχεται πάντα στην Ελλάδα με τη μικρή Λυδία, για να χαρεί τα ακρογιάλια της Χαλκιδικής που τόσο αγαπάει, αλλά και την οικογένειά της και
τους φίλους της.
  
Η Ελένη γίνεται μια ζεστή, ανθρώπινη παιδοχειρουργός. Τώρα πια είναι έτοιμη να ξεπληρώσει «το χρέος», προς όλους τους 353.000 νεκρούς που έμειναν πίσω, πολλοί από αυτούς άταφοι, όταν ο Κεμάλ με τον στρατό του ξεπάστρεψε τους Έλληνες του Πόντου και ολοκλήρωσε με πάθος τη γενοκτονία των Ελλήνων. Το χρέος αυτό είναι η, με κάθε τρόπο, γνωστοποίηση και αναγνώριση αυτής της γενοκτονίας, που δεν ξεχνιέται…!
Από το Blogger.