Header Ads

novamed

Ερευνα ΙΟΒΕ: Υπό τον φόβο της πείνας 1,4 εκατ. Ελληνες το 2015


Η ραγδαία υποχώρηση του διαθέσιμου εισοδήματος ιδιαίτερα στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα του πληθυσμού έχει οδηγήσει σε κατακόρυφη αύξηση των ανθρώπων που βρίσκονται σε επισιτιστική ανασφάλεια.

Ερευνα του ΙΟΒΕ δείχνει ότι το 2015 1,4 εκατ. Ελληνες, δηλαδή το 12,9% του πληθυσμού αντιμετώπιζε επισιτιστική ανασφάλεια ή ένδεια, δηλαδή δεν είχε ασφαλή πρόσβαση σε επαρκείς ποσότητες ασφαλών και θρεπτικών τροφίμων για τη φυσιολογική τους ανάπτυξη και για μια δραστήρια και υγιή ζωή. 

Το ποσοστό των ανθρώπων που βρισκόταν σε αυτή την κατάσταση το 2008 ήταν στο 7,1% του συνολικού πληθυσμού.

Την ίδια ώρα διαπιστώνεται σχεδόν μηδενική απορροφητικότητα ευρωπαϊκών κονδυλίων για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ η επισιτιστική ανασφάλεια είναι σαφώς πιο έντονη στα νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα. Συγκεκριμένα, το 54% των νοικοκυριών με εισόδημα κάτω του ορίου της φτώχειας δήλωσαν ότι αντιμετωπίζουν επισιτιστική ανασφάλεια το 2015 στην Ελλάδα, έναντι 21,3% το 2006.

Σοβαρές οι κοινωνικές επιπτώσεις
Η επισιτιστική ανασφάλεια αποτελεί σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα ψυχικής και φυσικής ανάπτυξης, να επηρεάσει τις επιδόσεις των παιδιών στο σχολείο και να οδηγήσει σε παχυσαρκία, λόγω υπερβολικής κατανάλωσης τροφίμων χαμηλής ποιότητας και υψηλής θερμιδικής περιεκτικότητας, με αρνητικές προεκτάσεις για την υγεία.

Σε αισθητά χαμηλότερα επίπεδα βρίσκονται τα αντίστοιχα ποσοστά στην ΕΕ-28 (8,5% ή 43 εκατ. άτομα) και την Ευρωζώνη (7,3% ή 25 εκατ. άτομα). Σημειώνεται ότι το 2008 η Ελλάδα κατέγραφε μικρότερο ποσοστό του πληθυσμού με επισιτιστική ανασφάλεια (7,1%) σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Το μεγαλύτερο ποσοστό επισιτιστικής ανασφάλειας στη χώρα μας καταγράφηκε το 2012 (14,2%) και έκτοτε παρατηρείται τάση μείωσης.

Το 2015 η Ελλάδα καταλαμβάνει την 8η χειρότερη θέση ανάμεσα σε 30 ευρωπαϊκές χώρες, έναντι της 15ης χειρότερης θέσης το 2008. Μεγαλύτερη επισιτιστική ανασφάλεια από την Ελλάδα αντιμετωπίζουν έξι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (Βουλγαρία, Ουγγαρία, Σλοβακία, Ρουμανία, Λιθουανία και Λετονία) και η Μάλτα.

Άλλες χώρες που εντάχθηκαν σχετικά πρόσφατα στην ΕΕ, όπως η Τσεχία, η Πολωνία και η Σλοβενία έχουν μικρότερο ποσοστό του πληθυσμού τους με επισιτιστική ανασφάλεια.

Χαμηλή αξιοποίηση πόρων - Αδιάθετα κονδύλια από το Ευρωπαϊκό Ταμείο
Το σημαντικότερο εργαλείο για την καταπολέμηση της επισιτιστικής ένδειας σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι το Ταμείο Ευρωπαϊκής Βοήθειας προς τους Απόρους (ΤΕΒΑ – Fund for European Aid to the Most Deprived, FEAD).

Πάνω από €3,8 δισ. (σε πραγματικές τιμές) διατίθενται από τον κοινοτικό προϋπολογισμό της ΕΕ στο ΤΕΒΑ για την περίοδο 2014-2020. Η Ελλάδα προβλέπεται να λάβει €281 εκατ. από το ΤΕΒΑ την περίοδο 2014-2020 και μαζί με την εθνική συμμετοχή, το ύψος του σχετικού επιχειρησιακού προγράμματος της χώρας ανέρχεται σε €331 εκατ., εκ των οποίων το 83,5% (€276 εκατ.) προσδιορίζεται για επισιτιστική συνδρομή.

Συγκριτικά αναφέρεται ότι στη Γαλλία τα δύο πρώτα χρόνια του προγράμματος τα ποσοστά απορρόφησης έφτασαν στο 24,2% και 4,2 εκατ. άνθρωποι έλαβαν επισιτιστική συνδρομή

Η αξιοποίηση των πόρων από το ΤΕΒΑ, ωστόσο, έχει καθυστερήσει σημαντικά στην Ελλάδα, όπου το πρόγραμμα υλοποιείται κυρίως από τις δημοτικές αρχές της χώρας. Τα πρώτα δυο έτη της επταετούς περιόδου εγκρίθηκαν μόλις το 0,8% των δαπανών του προγράμματος και καταβλήθηκαν σε δικαιούχους που υλοποιούν δράσεις μόλις το 0,7% του συνολικού προϋπολογισμού.

Με βάση την απορρόφηση των πόρων του προγράμματος, η Ελλάδα βρίσκεται στην 19η θέση σε όρους εγκεκριμένων δαπανών και στην 16η θέση σε όρους δαπανών που καταβλήθηκαν. Εντός της πρώτης διετίας, δεν φαίνεται να έχει δοθεί επισιτιστική συνδρομή σε τελικούς αποδέκτες στο πλαίσιο του προγράμματος στην Ελλάδα.

Στην 4η χειρότερη θέση στην σπατάλη τροφίμων
Πέρα από τους πόρους από διεθνή προγράμματα, μια επιπλέον σημαντική πηγή πόρων για την καταπολέμηση της επισιτιστικής ένδειας είναι η αξιοποίηση του τροφικού πλεονάσματος.

Δεν καταλήγουν όλα τα παραγόμενα τρόφιμα στην κατανάλωση. Ένα μέρος των τροφίμων που παράγονται αποσύρεται από την αλυσίδα εφοδιασμού και απορρίπτεται ή αξιοποιείται για άλλη χρήση (όχι ως τροφή), παρότι εμπεριέχει και τρόφιμα κατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση.

Με βάση τη μεθοδολογία και τα στοιχεία της FAO (Οργανισμός Τροφίμων και Αγροτικής Παραγωγής του ΟΗΕ), υπολογίζεται ότι το 5,1% της παραγωγής τροφίμων στην Ελλάδα το 2013 αποτέλεσε βρώσιμο πλεόνασμα.

Αυτό το ποσοστό είναι υπερδιπλάσιο σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρώπης το συγκεκριμένο έτος (2,3%), υψηλότερο σε σχέση και με τον παγκόσμιο μέσο όρο (4,5%). Ανάμεσα στα 28 κράτη μέλη της ΕΕ, υπολογίζεται ότι η Ελλάδα βρίσκεται στη πέμπτη χειρότερη θέση με βάση το ποσοστό της παραγωγής τροφίμων που αποτελεί βρώσιμο πλεόνασμα, και στην τέταρτη χειρότερη θέση σε όρους σπατάλης τροφίμων ανά άτομο (με 196 κιλά τον χρόνο ανά άτομο το 2013).

Ο θεσμός της τράπεζας τροφίμων
Ως προς την καταπολέμηση της επισιτιστικής ένδειας και της σπατάλης τροφίμων, λειτουργούν διεθνώς, και στην Ελλάδα, φορείς που έχουν συσσωρεύσει σημαντική τεχνογνωσία και έχουν αναπτύξει ειδικές υποδομές για αυτό τον σκοπό. Δραστηριοποιούνται ιδρύματα πρωτοβάθμιας φροντίδας, όπως συσσίτια, καταλύματα και γηροκομεία, τα οποία προσφέρουν γεύματα και τρόφιμα σε ευπαθείς ομάδες σε τοπικό επίπεδο. Επιπλέον, οργανώσεις δραστηριοποιούνται σε δευτεροβάθμιο επίπεδο στην κατανομή δωρεών τροφίμων προς τα ιδρύματα πρωτοβάθμιας φροντίδας.

Σε αυτό το πλαίσιο λειτουργούν και οι τράπεζες τροφίμων, οι οποίες λαμβάνουν δωρεές τροφίμων από επιχειρήσεις μεταποίησης και εμπορίου τροφίμων και τις προσφέρουν σε ιδρύματα πρωτοβάθμιας φροντίδας προς ανακούφιση της επισιτιστικής ένδειας.

Ο θεσμός της τράπεζας τροφίμων έχει πολυετή παρουσία στην Ελλάδα, με αξιοσημείωτη δράση στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη. Ωστόσο, τα προβλήματα επισιτιστικής ανασφάλειας δεν περιορίζονται στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας. 

Η εκτεταμένη οικονομική κρίση στη χώρα θα δικαιολογούσε την ενισχυμένη δραστηριότητα των τραπεζών τροφίμων στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη και την αυξημένη παρουσία του θεσμού στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας.

Προτάσεις πολιτικής
Συμπερασματικά, στην Ελλάδα παρατηρούνται ταυτόχρονα αυξημένη επισιτιστική ανασφάλεια και αυξημένη σπατάλη τροφίμων. Επιπλέον, η αξιοποίηση των πόρων από την ΕΕ για την επισιτιστική συνδρομή έρχεται αντιμέτωπη με ιδιαίτερες δυσχέρειες.

Παράλληλα, έχει αναπτυχθεί σημαντική δράση από κοινωφελή ιδρύματα στη χώρα μας, ωστόσο υπάρχουν σημαντικά περιθώρια για την περαιτέρω ανάπτυξη και αξιοποίησή τους. Προς αυτή την κατεύθυνση, στο πλαίσιο της μελέτης προτείνονται οι εξής ενέργειες:

Αναζήτηση της δυνατότητας στήριξης της ίδρυσης και της ανάπτυξης φορέων της κοινωνίας των πολιτών, στο πρότυπο επιτυχημένων παραδειγμάτων, για την καταπολέμηση της επισιτιστικής ανασφάλειας και της σπατάλης τροφίμων στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας.
Εξασφάλιση της δυνατότητας για περισσότερο ενεργή και ουσιαστική συμμετοχή των φορέων της κοινωνίας των πολιτών στον σχεδιασμό και στη διαχείριση της επισιτιστικής συνδρομής του ΤΕΒΑ.
iefimerida.gr 
Από το Blogger.