Η Άννα Παπαδάκη – Σωτηριάδη μιλάει για «το ύψιλον της λύπης»


Για το συγγραφικό της πόνημα, «το ύψιλον της λύπης», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός μίλησε στο XanthiNea.gr η Άννα Παπαδάκη – Σωτηριάδη. Η συγγραφέας περιέγραψε το πως εμπνεύστηκε το νέο της βιβλίο, τους βαθύτερους συμβολισμούς και μηνύματα που περιλαμβάνει το έργο της αλλά και τα «μέσα» που επιστρατεύει η ίδια κάθε φορά που δημιουργεί χαρακτήρες και πλάθει ιστορίες. 

Ακολουθεί η συνέντευξη με τη συγγραφέα:

Πώς προέκυψε η ανάγκη για «το ύψιλον της λύπης»;

Δε θα έλεγα ότι προέκυψε μια καθαυτό ανάγκη για το "Ύψιλον Της Λύπης", δεδομένου ότι μέχρι ενός σημείου αρκετά προκεχωρημένου μέσα στην ιστορία, εγώ δεν είχα την αίσθηση ότι γράφω ένα βιβλίο. Για να είμαι ειλικρινής, αν με ρωτούσε κάποιος εκείνο τον καιρό, θα του έλεγα ότι αδυνατώ να κάνω τέτοιο πράμα. Γράφω σχεδόν όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, άρα αν υπάρχει μια ανάγκη σε ό,τι με αφορά, είναι αυτή: να γράφω. Όμως, οι ήρωές μου με τον καιρό γίνονταν από χάρτινοι όλο και πιο σάρκινοι, πλήθαιναν, πλάταινε ο λόγος και η σκέψη τους, γνωριστήκαμε- με δυο λόγια: τους πόνεσα. Κι αποφάσισα να πω τις ιστορίες τους, ένιωθα να μου το ζητούν.

Η Αριάδνη, η πρωταγωνίστρια του βιβλίου σας, ξεκινά το «ταξίδι» των περιπετειών της, μετακομίζοντας από την πόλη στο νησί. Πιστεύετε ότι στην πραγματική ζωή θα ήταν τόσο «περιπετειώδης» αυτή η μετάβαση [όπως περιγράφετε στο έργο σας] ή πλέον το κενό (λαογραφικό, πολιτιστικό, κοινωνικό) ανάμεσα στα μεγάλα αστικά κέντρα και την επαρχία έχει καλυφθεί;

Το κενό, όπως το περιγράφετε, είναι σαφώς μικρότερο από όσο παλιότερα. Όμως υπάρχει ένα άλλο κενό άλλης υφής, αυτό του καθημερινού ρυθμού της ζωής και, το πιο κρίσιμο για μένα, αυτό της ανθρώπινης επαφής. Χρειάστηκε να ζήσω για λίγο στην Αθήνα πριν δυο χρόνια, ποτέ πριν δεν είχα μείνει συνεχόμενα για τόσο μεγάλο διάστημα. Το καθημερινό τρέξιμο στο δρόμο και τα βλοσυρά πρόσωπα με μελαγχολούσαν σε σημείο μη διαχειρίσμο, η απουσία οπτικής επαφής και έστω αυτής της τυπικής καλημέρας, ένιωσα να μου λείπουν οδυνηρά. Εγώ είμαι παιδί της επαρχίας και το χαίρομαι και δε θέλησα ποτέ κάτι άλλο: ο άνθρωπος είναι φύσει ζώο του κοινωνείν και του ανήκειν. Η μετάβαση του καθενός όμως στη μία ή στην άλλη κατάσταση είναι θέμα του πόσο αποφασισμένος είναι εντός του και πόσο έτοιμος για την αλλαγή από πριν, είναι ένα ταξίδι που δεν έχει να κάνει τόσο με το έξω τοπίο, όσο με το τοπίο μέσα μας.

Ο έρωτας διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής του βιβλίου σας. Στη ζωή σας τι ρόλο παίζει; Πιστεύετε ότι στις «μέρες μας» έχει χάσει τον ρομαντισμό του;

Ο έρωτας, όπως και όλες οι ανθρώπινες εκδηλώσεις ψυχισμού και διάθεσης, φορούν το ένδυμα που εμείς τους δίνουμε. Στους καιρούς μας πολύ συχνά ο έρωτας εκφράζεται πεζά και σε πολλές περιπτώσεις, αγοραία. Πιστεύω πως κατά βάσιν οι ανάγκες του ανθρώπου δεν αλλάζουν με τα χρόνια και τις μόδες: κατά βάθος όλοι έχουμε ανάγκη να χάσουμε το μυαλό μας και να χάσει κάποιος το μυαλό του για μας. Ζούμε όμως σε μια εποχή που το συναίσθημα σχεδόν ποινικοποιείται και η όποια του έντονη έκφραση θεωρείται ντεμοντέ, μειωτική για τον εκφράζοντα. Δεν πιστεύω λοιπόν πως ο ρομαντισμός χάθηκε, αλλά μόνο η έκφρασή του. Και να πω και το άλλο, ζούμε στην πλειονότητά μας ζωές δύσκολες, δεν είναι λοιπόν κι αδικαιολόγητο που ο έρωτας έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα. Παλιότερα έλεγαν "ν' αφήσουμε το γάμο να πάμε για πουρνάρια;" Τώρα μάλλον τα πουρνάρια έγιναν ζωτικότερης σημασίας από το γάμο!

Έχετε κοινά στοιχεία με την Αριάδνη; Όταν δημιουργείτε τους χαρακτήρες σας «τοποθετείτε» κάπου μέσα στο έργο σας τον εαυτό σας ή είναι κάτι που το αποφεύγετε;

Το να πλάθεις ένα χαρακτήρα και να τον βάλεις να κινείται στο χωρόχρονο που εσύ δημιουργείς, δε μπορεί πάρα να έχει μια γεύση θεϊκότητας. Ως "θεός" οφείλεις να είσαι ανεπηρέαστος, αν θέλεις να είσαι δίκαιος. Όμως οι γραφιάδες δεν είμαστε θεοί,  είμαστε μόνο θνητή σάρκα, με όλες της τις αδυναμίες (αλλά και τις χάρες, για να λέμε όλα). Αναπόφευκτα λοιπόν κάτι από μας ξεγλιστρά και ποτίζει τα γραπτά μας. Έχει και τα καλά του αυτό, κατά τη γνώμη μου. Γιατί μόνο έτσι επιτυγχάνεται η ζωντάνια και η αμεσότητα, αλλά και η αλήθεια- κι αυτό το τελευταίο είναι το πιο σημαντικό από όλα, ακόμη και στα παραμύθια βασιλεύει η Αλήθεια και χωρίς αυτήν δεν υφίσταται αφήγηση που να αγγίζει τον παραλήπτη της. Η Αριάδνη είναι πιο καλός άνθρωπος από όσο είμαι εγώ, όμως μοιάζουμε σε αυτό, στην συνεχή αναζήτηση του τί είναι αληθινό, επειδή αυτή είναι η βαθύτερη ανάγκη μας, ακόμα κι αν αυτό κάποιες φορές μπορεί να αποδειχτεί οδυνηρό.

Είστε πολύ δραστήρια συγγραφικά. Επηρέασε η πανδημία και τα όσα βιώνουμε τα τελευταία χρόνια τη δημιουργικότητά σας; 

Αναμφίβολα. Η ανάγκη για έκφραση υπάρχει πάντα, καθώς και τα εκφραστικά μέσα που, νομίζω, όσο μεγαλώνει κανένας τόσο πλουταίνουν κι αυτά, ή τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε. Αυτό που φτωχαίνει είναι η έμπνευση. Κι όταν στενεύουν οι ορίζοντες γύρω μας, αναπόφευκτα έρχονται να στενέψουν και μέσα μας, όσο γερές άμυνες κι αν έχει κανένας. Κι αν αυτός ο κανένας διαθέτει στο ελάχιστο κοινωνική ευαισθησία και ενσυναίσθηση, είναι αδύνατο να μην κολυμπήσει μαζί με το κοπάδι του στη θολή σούπα της καθημερινότητας, σε αυτόν το πολτό που οξειδώνει και φθείρει. Οφείλουμε όμως να ψάχνουμε για αντίδοτα. Και δεν το λέω επειδή θέλω να τελειώσουμε αυτή την ωραία κουβέντα με φως και όχι με σκοτάδι. Έχουμε χρέος στο φως, ήρθαμε σε αυτή τη γη για να λάμψουμε, να δώσουμε το φως μας όπου βρούμε ανάγκη. Κι ακόμα κι αν το σκοτάδι μας γονατίζει κάποιες φορές, εμείς να πολεμούμε να ξαναστεκόμαστε στα πόδια μας με όση χάρη μπορούμε. Σας ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία και σας εύχομαι όλα τα καλά. 

Ακολουθήστε το XanthiNea.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλα τα νέα της Ξάνθης και όλες τις ειδήσεις.

Νεότερη Παλαιότερη

نموذج الاتصال